Τετάρτη, Δεκέμβριος 13, 2006

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ...


Από 12 Δεκεμβρίου 2006

η νέα διεύθυνσή μου είναι:

http://vorias.blogspot.com

Σας περιμένω κι εκεί!




Φιλικά Θοδωρής

Πέμπτη, Οκτώβριος 19, 2006

Πίσω απ’ το Ποσειδώνιο - Behind the Neptunium



Τις νύχτες οδηγούνται
οι αιχμάλωτοι του έρωτα
πίσω απ’ το Ποσειδώνιο.

Μισόγυμνοι παραδίνονται
σε στεναγμούς κι αγκαλιάσματα,
στα σκοτεινά αποδυτήρια.

Τις στιγμές εκείνες ξεκολλάνε
απ’ τις σκιές άλλες σκιές που τρέφονται
απ’ τα περισσέματα των πόθων.

Μεθούν τη μοναξιά τους με ψίθυρους,
με κάποιο πνιχτό φιλί, με μια πνοή βαριά
ή ένα τίναγμα της έξαψης.


Από το βιβλίο ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ
εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ

___________________

Behind the Neptunium

At nights
the captivated of love
are led behind the Neptunium.

Half naked
they surrender themselves
to sighs and cuddling
in the dark locker rooms

At those moments
some shadows detach themselves from others
and are nourished
by the leftovers of desire

They drug their loneliness with whispers
with a drowned sound of a kiss
with a heavy breath
or a jerk of excitement.

(Μεταφράστηκε από κάποια-ον που κράτησε πιστά την ανωνυμία)

09/2006

Σάββατο, Ιούλιος 08, 2006

Στο κάστρο του Πλαταμώνα - In the castle of Platamonas















Έξω απ’ τις πολεμίστρες
ακούγονται τα σύννεφα,
διηγούνται τις πειρατικές συνάξεις,
αιωρούνται κατακόκκινα,
καθρεφτίζουν το αίμα που είναι να χυθεί.

Η θάλασσα σκοτείνιασε,
έκλεψε το χρώμα
απ’ το βλέμμα του βιγλάτορα.

Η γη,
προτού κρατήσει την ανάσα της
-λίγες στιγμές προτού τη μάχη-
μοσχοβολάει ρίγανη,
φωνάζει στην ψυχή του στρατιώτη,
υπερασπίσου με!




In the Castle of Platamonas


Outside the embrasures

the clouds are heard

they recount piratical gatherings

they suspended deep red as they are

reflecting the blood that is about to be spilled

The sea has become dark

it stole the colour

from the look of the sentry

The ground

before it holds its breath

-a few moments before the battle-

it smells origan

it shouts in the soul of the soldier,

Defend me!




07/2006

Δευτέρα, Ιούνιος 26, 2006

Σαν γεμίσει το φεγγάρι - When the moon is full

Σαν γεμίσει το φεγγάρι
βρίσκει δρόμο και γλιστράει στη γη.

Μεσάνυχτα λούζεται στο ποτάμι,
χύνεται και κολυμπάει στη θάλασσα,
κυλάει στα δακρυσμένα μάγουλα
των κοριτσιών.

Στο σπίτι σου
ρίχνεις νερό στα σκαλοπάτια
ν’ ανέβει το φεγγάρι
ως την εξώπορτα.

Ψες με πήρε μαζί του
στις κορυφές των βράχων, στα Μετέωρα,
να σεργιανίσουμε την Καλαμπάκα.

Από το βιβλίο ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ




When the moon is full


When the moon is full

it finds its way to slip on the Earth

In the midnight it washes its hair in the river

it pours itself in the sea and swims

it rolls on the tearful cheeks

of the girls.

At home

you pour water on your doorsteps

so as the moon can climb

till your front door.

Last night it took me

to the top of the rocks, called Meteora

to travel Kalampaka.



06/2006


Τρίτη, Ιούνιος 20, 2006

Ανθρωποφυτείες


Τον χειμώνα είχαν κόψει τα κλαδιά
απ’ όλα τα δέντρα στη γειτονιά
κι έμειναν άχαροι κορμοί να στέκουν.
Την άνοιξη ξεπέταξαν νέα κλαδάκια,
αγωνίστηκαν να γίνουν πάλι δέντρα.

Τόσα χρόνια μας κλαδεύουν τα μυαλά
με τηλεόραση, μ’ εφημερίδες,
με το καθημερινό λέγε – λέγε…
Φοβούνται την άνοιξη, τρέμουν,
μη γίνουν πόδια οι ρίζες και κλοτσήσουμε.

05/2006

Περιοδικό ΜΠΙΛΙΕΤΟ τχ 9-10

Σάββατο, Μάϊος 13, 2006

Περιφρούρηση

Στη μοναξιά μου με τη σιωπή σου απάντησες.
Γέρνει η ματιά σου στο άγνωστο,
είναι η καρδιά σου κλειδωμένη
κι όλα παραφυλάνε
του κορμιού σου
τα ξένα στίγματα,
τα ξένα αποτυπώματα,
μη νοθευτούν τα ίχνη τους,
μη ξεχαστούνε
σαν σε τυλίξουνε τα χέρια μου.

09/2004


Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο 2007 στο ημερολόγιο ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ από τις εκδόσεις ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ

Κυριακή, Μάϊος 07, 2006

Στην εξορία - In the exile

Πήρες τον κόσμο
να τον ρουφήξεις μονοκόμματα
και βρέθηκες εξόριστος
μ’ ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι.

Όχι εδώ, κάτω μονάχα,
στους δρόμους τσακίζει η εξορία.

Το πετροβόλημα δεν τάραξε τις συνειδήσεις.

Οι γροθιές σε πόνεσαν, μεγάλωσαν το τείχος.

Ξεθώριασαν οι αφίσες, περίμενες να ξεφωνίσουν,
ούτε τα συνθήματα ξεφώνισαν στον τοίχο,
καλύφθηκαν με διαφημίσεις.

Οι στίχοι σε χάραξαν,
ρυτίδα - ρυτίδα μετράω τα ποιήματά σου.

Πήρες τα μάτια σου,
τα ‘κλεισες στο κουτάκι των γυαλιών.
Πήρες τα χέρια, τα δίπλωσες
μαζί με τη σημαία στο συρτάρι.
Πήρες τ’ αυτιά σου και τα σφράγισες,
στην εξορία, είπες, δεν χρειάζονται πολλά.




In the exile

You took the world
to suck it in one piece
and found yourself exiled
with a cigarette in the balcony
Not here, only there
in the streets the exile will smash you.
The stone throwing didn't move consciences
The fists hurt you, they enlarged the wall
The posters faded, you expected them to scream
not even the signs did they yell on the wall,
they were covered with advertisements
The verses engraved you
wrinkle by wrinkle I measure your poems
You took your eyes,
you kept them in the small box of your eyeglasses
You took your hands you folded them
with the flag in the drawer
You took your ears and you sealed them,
in the exile, you said, one does not need many.


05/2005

Από τη συλλογή
ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ
εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ

Παρασκευή, Απρίλιος 28, 2006

Επισκέπτης




Τώρα που πέφτει ο ήλιος,
την ώρα τούτη,
πλάσε ένα γαλάζιο όνειρο,
ζωγράφισέ με.

Στη σκέψη σου να στροβιλίσω τέτοιες ώρες
μέχρι τα βάσανά σου ν’ αρμενίσουν,
καράβια ταξιδιάρικα
κι όταν χαθούνε στον ορίζοντα
κι ανασκιρτήσουνε τα στήθη σου,
διώξε με να μη με συνηθίσεις,
διώξε με αλλού για να πετάξω.

09/2004

περιοδικό ΕΝΔΟΧΩΡΑ τ.91

Σάββατο, Απρίλιος 01, 2006

Το τρύπιο ταβάνι



Όποτε βρέχει στάζει η σκεπή,
δε μέτρησα ποτέ τις τρύπες.
Στάζει… πώς έγινε διάτρητη!

Μέρα τη μέρα εξατμίζομαι
κι αναστατώνονται
τα έντομα και τα ποντίκια
που ανασαίνουν τη ζωή μου
στο τρύπιο ταβάνι.


02/2005

Από τη συλλογή
ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ
εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ

Πέμπτη, Μάρτιος 02, 2006

Ημίθεος

Το δάκρυ των ματιών σου που ξεχείλισε
και του κορμιού μου τον ιδρώτα,
τα πήρε ο χιονιάς, τα πάγωσε.
Καθώς του έρωτα ο οίστρος
κρυσταλλωμένα τ’ ανακάλυψε,
τα λάξεψε περίτεχνα.

Κοίτα, σμιλεύτηκε ειδώλιο, γεννήθηκε ημίθεος!
Τον άγγιξα και ίδρωσε,
τον φίλησες και δάκρυσε.
Ημίθεο του πόνου τον βαφτίσαμε.

Το δάκρυ κι ο ιδρώτας μας,
αστείρευτα τον ζωντανεύουν.
Έρχονται μέρες που τρανώνει ο πόνος,
έρχονται ώρες που λιώνει και μικραίνει.

Μάθαμε να συζούμε πια
μ’ έναν αγέραστο ημίθεο,
που μας αγγίζει και ιδρώνουμε
που μας φιλάει και δακρύζουμε.

12/2002

Περιοδικό ΕΝΔΟΧΩΡΑ τ. 85

Δευτέρα, Φεβρουάριος 27, 2006

Το φεγγάρι αλλάζει

Είναι βραδιές που ξεφτίζει το φεγγάρι,
ασημιά ροκανίδια γεμίζει τον κάμπο
ο μακελάρης άνεμος.
Μικρό χαμοπούλι ριγμένο στο χώμα
η τελευταία λάμψη,
η τελευταία ελπίδα.
Το δέντρο μαράθηκε,
ο φίλος σκοτώθηκε,
το λάβαρο κάηκε…
κομμάτι – κομμάτι σκορπίζεις πατρίδα.

Είναι βραδιές που λιώνει το φεγγάρι,
σταγόνα – σταγόνα υγραίνει την πόλη,
υγραίνει τα μάτια μας.
Σκουριάζουν τα είδωλα,
σ’ ένα παλιό τουφέκι
σκούριασαν κι οι ιδέες.
Η αφίσα ξεθώριασε,
οι δρόμοι ησύχασαν,
το πλήθος κοιμήθηκε…
ταίριαξε στις ψυχές το «δε βαριέσαι αδερφέ.»

Είναι βραδιές που το φεγγάρι αυτοκτονεί,
αιμάτινες στάλες χαλάνε τον ύπνο μας,
χαλάνε τα όνειρά μας.
Μονάχα ρόδα και παπαρούνες
με ζωή πλημμυρίζουν
στο θάνατο του φεγγαριού.
Τα μάτια σκοτείνιασαν,
τα λόγια ξεθώριασαν,
τα στήθια πουλήθηκαν…
έριξαν την αγάπη στο κρεβάτι του μπουρδέλου.

Είναι βραδιές που το φεγγάρι ξενυχτάει,
παίζει στ’ αστέρια «τα μήλα»,
παίζει στα μάτια μου «αμπάριζα».
Αηδόνια τρελαίνουν την αύρα,
την αύρα που χαϊδολογά
τον θηρευτή των ονείρων.
Ένα παιδί γεννιέται,
ένα στάχυ ξεφυτρώνει,
μια σημαία κυματίζει…
χίλιες φωνές τραγουδούν:

Αυτός ο κόσμος
δεν μπορεί παρά να ζήσει.


4/2005

Από το βιβλίο
ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ
εκδόσεις Ερωδιός

Τετάρτη, Φεβρουάριος 22, 2006

Παπούτσια - Shoes

Ποιος εξαφάνισε τους ανθρώπους
απ’ το δρόμο;

Στα πεζοδρόμια απόμειναν
παπούτσια.
Από συνήθεια αντιγράφουν
την κίνηση, περπατάνε…
Οδηγούνται στις διαβάσεις,
σταματούν στο φανάρι
κι ύστερα συνεχίζουν…

Ολόκληρη πόλη χραπ – χρουπ,
χραπ - χρουπ…
κατάπιε την γλώσσα της βουής.
Κανείς δεν είχε τίποτε
να πει προηγουμένως.




Shoes
Who eliminated the people
from the street?
Shoes have remained in the pavements
By habit, they copy
the movement, they walk
They are led to the pedestrian crossings,
stop at the traffic lights
and then they keep on.
The entire city chrap-chroup
Chrap chroup
swallowed the language of noise.
No-one had anything
to say beforehand.

01/2005

Από την ποιητική συλλογή
ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ
εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ
Free Hit Counters
Get a Free Hit Counters